Τομ Τίκβερ

tomtykwer

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Ποιος δεν έχει δει ή δεν έχει ακούσει για το έργο « Τρέξε Λόλα Τρέξε» και τα εξαιρετικά σχόλια  που το ακολουθούν, από το 1998 μέχρι σήμερα;

Ο συγκρατημένος Ρότζερ Ίμπερτ,  σύγκρινε αυτό το γερμανικό φιλμ με το αμερικάνικο « Ο Φυγάς» ,  ενώ σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας κριτικής το χαρακτήρισε τολμηρό, ένα σενάριο πάνω σε μια κόλα χαρτί που απογειώθηκε, εξάπτοντας τη φαντασία, εξαιτίας του ιδιαίτερου οπτικού του  στιλ -σαν βιντεοκλίπ-, το  σάουντρακ να κόβει την ανάσα, δίνοντας το έργο έμφαση στην καινοτόμα αφήγηση, με  τη Λόλα διαρκώς να  τρέχει, μέχρι να βρει τα 100 χιλιάδες μάρκα, για να σώσει το φίλο της.

Το ιδιόρρυθμο και πρωτοποριακό φιλμ ανήκει στον πολυτάλαντο Γερμανό Τομ Τίκβερ, καταφέρνοντας με τη  τρίτη του μεγάλου μήκους, όχι μόνο να κερδίσει τον παγκόσμιο έπαινο αλλά και το βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας από το Φεστιβάλ Σαντάνς. Στο « Τρέξε Λόλα Τρέξε» η λογική των τριών  παραλλαγών της  ιστορίας,χρησιμοποιήθηκαν από τον σκηνοθέτη σε δύο δικά του ταινιάκια μικρού μήκους, το 1990 και το 1992. Βέβαια ο ίδιος ο σκηνοθέτης ανέφερε πως βασική του επιρροή ήταν το «Μπλε Βελούδο» του Ντέιβιντ Λιντς.

runlola

Ο 51χρόνος σήμερα Τίκβερ, ήταν ανήσυχο πνεύμα ήδη από τα παιδικά του χρόνια, ταινιοφάγος…μέχρι τελικής πτώσης, αγάπησε τους Χίτσκοκ,  Κασσαβέτη, Σκορσέζε, Τριφό, ενώ εργάστηκε και σε σινεμά του Βερολίνου, ως βοηθός προβολής, παράλληλα με τις σπουδές φιλοσοφίας. Το 1994 συνίδρυσε την εταιρεία παραγωγής X Filme.

Η πρώτη του  ολοκληρωμένη ταινία μεγάλου μήκους η  « Φονική Μαρία» του 1993,  ένα ψυχολογικό θρίλερ πολανσκικής οπτικής, για την προβληματική σχέση μιας γυναίκας με τον πατέρα και το σύζυγό της , ανέδειξε τα ιδιαίτερα κινηματογραφικά χαρακτηριστικά του Τίκβερ, ενσωματώνοντας όλες τις προαναφερθείσες στιλιστικές ιδιορρυθμίες, που είδαμε αργότερα στο « Τρέξε Λόλα Τρέξε», χωρίς η σκηνοθετική τεχνοτροπία να επικαλύπτει το σενάριο και τους πρωταγωνιστές. Μία από τις καλύτερες ταινίες του Τίκβερ,  δυσεύρετη και από τα ενημερωμένα ελληνικά ντιβιντάδικα. Έργο που προβλήθηκε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κερδίζοντας μεταξύ άλλων και το βραβείο κοινού.

Η ασταμάτητη κίνηση στο χώρο, τα πλούσια χρώματα και οι παράλληλες σκηνές , συνθέτουν και το δεύτερο του κινηματογραφικό δημιούργημα, τη « Χειμερία Νάρκη» του 1997.

Τραγικά συμβάντα μεταξύ συγγενών και φίλων(μιας μεταφράστριας, μιας νοσοκόμας, ενός μηχανικού προβολής ταινιών, ενός εκπαιδευτή σκι και της αγροτικής οικογένειας του Τεό), σε απομονωμένη περιοχή των Άλπεων.Ο Τίκβερ δίνει στο κοινό του τις πληροφορίες με το σταγονόμετρο, διατηρώντας την αίσθηση του μυστηρίου μέχρι το τέλος.

Ακολούθως, το 2000, έγραψε και σκηνοθέτησε ένα ρομαντικό δράμα, μία ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια νοσηλεύτρια και σε έναν πρώην στρατιώτη, το έργο λεγόταν « Η Πριγκίπισσα και ο Πολεμιστής», στην πιο ώριμη περίοδο του , θέτοντας και το ζήτημα των μετατραυματικού σοκ από το ναζισμό, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα  να προσθέσει στο ιδιαίτερο του ύφος και φιλοσοφικά ζητήματα «για τη ζωή και το θάνατο, για την αποτυχία και την επιτυχία, για το τι είναι καλό και τι κακό». Προβλήθηκε και στις ” Νύχτες Πρεμιέρας” της Αθήνας.

 Το σενάριο και το σάουντρακ αυτών των ταινιών, ανήκουν στον ίδιο το Γερμανό σκηνοθέτη, που διαθέτει και μουσικά χαρίσματα, ξεκίνησε πιάνο στα οκτώ του χρόνια και έγραψε τις μουσικές σχεδόν ολόκληρης της φιλμογραφίας του. Διατηρεί εδώ και 25 χρόνια  τον ίδιο Διευθυντή Φωτογραφίας , τον Φρανκ Γκριέμπε. Είναι παντρεμένος από το 2003 με τη Μαρία Στέιμαν και έχουν ένα γιο επτά ετών.

Το στιλ που τον καθιέρωσε

Ο Τομ Τίκβερ στην αρχή της σταδιοδρομίας του, χαρακτηρίζεται από ένα προσωπικό ύφος(αυτοεκφραστικό), επαναλαμβανόμενων θεματικών, θεωρητικά αποδεσμευμένες από το κοινωνικοπολιτικό σινεμά και την άμεση ή έμμεση κριτική στον καπιταλισμό του Φασμπίντερ αλλά και  των συνομηλίκων του Γερμανών σκηνοθετών και ιδρυτών του νέου γερμανικού ρεύματος, των αρχών του ’90, Αντρέα Ντρέζεν, Κρίστιαν Πέτζολντ, Χανς Κρίστιαν Σμιτ.

Επί της ουσίας όμως,    το « Τρέξε Λόλα Τρέξε», καταπιάνεται με τη Θεωρία του Χάους, μια άκρως οικονομική και  πολιτική θεώρηση, ενώ  στη  « Φονική Μαρία» ασκείται κριτική και αντίδραση στα παγιωμένα κοινωνικά ήθη. Αυτό που κάνει ο τεχνίτης Γερμανός σκηνοθέτης είναι να καμουφλάρει την όποια κριτική,  με την υπερβολικά στυλιζαρισμένη εικόνα( χρησιμοποιεί πλάνα από ψηλά, η κάμερα του ενίοτε προχωράει κατά μέτωπο προς τους ήρωες), με τις μεγάλες συναισθηματικές εντάσεις( βλέπε Χειμερία Νάρκη» ) και με τον ιδιαίτερο φιλμικό του κόσμο( καταρρίπτοντας τις συμβάσεις του αφηγηματικού κινηματογράφου,όπου συνήθως η κάμερα ακολουθεί τη δράση), ελκύοντας έναν όλο και αυξανόμενο αριθμό θεατών. Σινεμά του δημιουργού, υπαρξιακό  και ταυτόχρονα εμπορικό σινεμά, ένας συνδυασμός ιδιαίτερα σπάνιος.

Ένα από τα συμπεράσματα του πρώιμου κινηματογραφικού του έργου, είναι πως η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς και όσους προσπαθούν να πλάσουν το δικό τους πεπρωμένο, μέσα πρωτίστως από τους γυναικείους χαρακτήρες ( βλέπε « Η Πριγκίπισσα και ο Πολεμιστής»). Δεν είναι τυχαίο επίσης πως μερικοί από τους τίτλους των ταινιών του, αναφέρονται σε γυναίκες, επί παραδείγματι  Λολα και Μαρία, ενώ το γυναικείο φύλο παίζει καθοριστικό ρόλο, σε όλες τις ταινίες του μέχρι το 2006.

Αλλαγή πλεύσης και εμπορικό σινεμά

heaven1

Κομβικό σημείο στην κινηματογραφική διαδρομή του Τομ Τίκβερ, ήταν η αμέσως επόμενη του ταινία, ο « Παράδεισος» του 2002, έργο που παράγεται από τη διάσημη Miramax, στην αγγλική γλώσσα(όπως και όλες οι επόμενες του ταινίες,πλην το «3»), στηριζόμενη σε χειρόγραφα του Κριστόφ Κισλόφσκι και με πρωταγωνίστρια την Κέιτ Μπλάνσετ και τον Τζιοβάνι Ριμπίζι,  γυρισμένη στην Τοσκάνη. Ο Γερμανός σκηνοθέτης για πρώτη φορά αντιμετωπίζει την καχυποψία ακόμα και του φανατικού του ακροατηρίου, χαρακτηρίζοντας το έργο «απλοϊκό,γελοίο,αφελές», που το μόνο που θυμίζει τον παλιό καλό Τίκβερ, είναι κάποιες δεξιοτεχνικές λήψεις, οι ερμηνείες των ηθοποιών και τίποτα περισσότερο.

Άκρως αμφιλεγόμενη και η κινηματογραφική μεταφορά του μπεστ-σέλερ « Άρωμα: Η Ιστορία ενός Δολοφόνου « για έναν  άνθρωπο που γεννήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία και διαθέτει μόνο την αίσθηση της όσφρησης. Ένα κείμενο που μάταια ο  Τίκβερ προσπαθεί να το μεταμορφώσει σε πραγματικό κινηματογράφο, θέλοντας να θυμίσει  το σινεμά του Λεό Καράξ και του Πίτερ Γκριναγουέι,

Ακολούθησε ένα όμορφο ολιγόλεπτο σκετς στο έργο « Παρίσι σ’αγαπώ», σκηνοθετώντας την Νάταλι Πόρτμαν και τη σχέση της με έναν τυφλό άνδρα.

Το 2010 επιστρέφει από την Αμερική στο Βερολίνο για να σκηνοθετήσει στη μητρική του γλώσσα, ένα σενάριο άκρως προβοκατόρικο με τίτλο «3«για  ένα ζευγάρι ετερόφυλων που ερωτεύονται εν αγνοία τους τον ίδιο άνδρα, όμως ο τίτλος δεν παραπέμπει μόνο στο ερωτικό τρίγωνο. Αποξενωμένα ζευγάρια, μονογαμία ή πειραματισμός στο επίκεντρο της έξυπνης κωμωδίας του  Τομ Τίκβερ, που μένει όμως κολλημένη στο μεγαλοαστικό της περίβλημα και στην επιφάνεια του  πικάντικου και προκλητικού  θέματος.

Συνεχίζει αργότερα σε αμερικανικό έδαφος για σκηνοθετήσει τα μπλογκμπάστερ «The International» και «Clous Atlas», μέχρι το έργο που βγαίνει αυτή την εβδομάδα  στους ελλ. κινηματογράφους το « Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά,» με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς, στο ρόλο ενός εξειδικευμένου προγραμματιστή που χάνει τα πάντα στην Αμερική και ξεκινά μια νέα ζωή στη Σαουδική Αραβία. Περισσότερα για το έργο αυτό στις 7 Ιουλίου.

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Ιάκωβος Γωγάκης