Οι Ταινίες της Εβδομάδας στους Κινηματογράφους… από την Πέμπτη 4 Μαίου

Επιμέλεια-Κριτικές: Ιάκωβος Γωγάκης

1. Ένας Δράκος Έρχεται!

adragon2 (1)

Οτιδήποτε υφολογικά γνώριμο είχαμε δει τα τελευταία δέκα χρόνια, για το ιρανικό σινεμά, αποσυντίθεται, από τον Μάνι Χαγκίγκι, εγγονό ενός πρωτεργάτη του κινηματογράφου μέσου , του Ιμπραχήμ Γκολεστάν.
Στο έργο αυτό, αποτάσσει τη γραμμική κλασική αφήγηση( στο πρότυπο του αείμνηστου Κιαροστάμι, των πρώτων του χρόνων), ανακαλεί τα φαντάσματά, τους θρύλους και τους «δράκους» της ιρανικής ιστορίας και προσπαθεί να εξιχνιάσει μια χαοτική υπόθεση και τα μυστήρια της, κατασκευάζοντας ένα ασυνήθιστο πολιτικό θρίλερ, με κινηματογράφηση, χάρμα οφθαλμών.
Η πλοκή λαμβάνει χώρα σε ένα μικρό νησί, το οποίο ανήκει στο Ιράν, ουσιαστικά είναι ένας ξερότοπος, όπου στέλνονταν πολιτικοί κρατούμενοι.
Η αντίστοιχη Μακρόνησος.
Το 1965, την ημέρα της δολοφονίας του πρωθυπουργού του Ιράν, ένας πράκτορας της μυστικής αστυνομίας του Σάχη, συνοδευόμενος από έναν γεωλόγο και ένα ηχολήπτη, κατευθύνονται εκεί, για να διερευνήσουν μια περίεργη κατάσταση, την αυτοκτονία ενός αντιφρονούντα. Τα τρία πρόσωπα, αντιλαμβάνονται πως αυτός ο τόπος έχει πολλά μυστικά. Περίεργα συμβάντα έχουν συμβεί εκεί και προσπαθούν να τα ξεδιαλύνουν. Ανακαλύπτουν μέσα σε ένα παρατημένο και στοιχειωμένο πλοίο( σε μια έρημο), ένα νεκροταφείο ψυχών. Όταν κάποιος πεθαίνει, γίνεται σεισμός.
Ο Χαγκίγκι διατηρεί τον ίδιο χώρο, αλλά ξετυλίγει την ιστορία σε τρεις διαφορετικές περιόδους, παρόν, παρελθόν και ξανά παρόν, όπου η ανακάλυψη μιας βαλίτσας δίνει πολλές απαντήσεις.

Είμαστε σχεδόν βέβαιοι, πως η ιστορία δεν θα γίνει απόλυτα κατανοητή από το κοινό, όπως δεν έγινε ούτε σε μας. Ο Χαγκίγκι, επιθυμεί διακαώς να διατηρεί τη σύγχυση,  και εδώ έγκειται η γοητεία της. Μας μεταφέρει στο περίπλοκο και ασταθές παρελθόν της χώρας, σαν όλο αυτό που βλέπουμε, να είναι ένα παραμύθι. Οι χαρακτήρες έχουν μια απροσδιόριστη φινέτσα, παραπλήσιοι με τις καρικατούρες του Χιλιανού Γιοντορόφσκι. Ο μυστηριώδης άνθρωπος με το καπέλο, ο βγαλμένος από φιλμ νουάρ ανακριτής, ο μουσάτος χίπης ηχολήπτης.
Τοποθετεί συνωμοσιολογικά ζιζάνια, καθ’ όλη την διάρκεια, ενώ παράλληλα, μας κάνει να αμφιβάλουμε για την αλήθεια των πραγμάτων, υπαινίσσεται το απροσδόκητο τέλος, διοχετεύει αλληγορικές αναφορές και για τη σημερινή πραγματικότητα, της ισλαμικής δημοκρατίας.
Εξόριστοι, αντιφρονούντες, πολιτικοί κρατούμενοι, θάνατοι, εξαφανίσεις, ανακρίσεις. Κάτι ελληνικό μας θυμίζει.
Αυτή η ταινία , παρά τα μπερδέματά της, είναι από μόνη της μια μεγάλη εμπειρία, πρωτόγνωρη και εμμέσως πλην σαφώς,καυστική για την εξουσία, τους «υποτελείς» της και για τους ανθρώπους με ηθική, όπως και οι τρεις ήρωες της.

 

 

 2. Το Δίχτυ

thenet (1)

Μολονότι στυγνός προβοκάτορας και ανηλεής κριτής και επικριτής της δικιάς του  Νοτιοκορεάτικης κοινωνίας, ο αυτοδίδακτος Κιμ Κι-Ντουκ –με το έτσι θέλω- έγινε ο πολιτιστικός « πρέσβης» της στο εξωτερικό. Οξύμωρο βεβαίως,  προκαλώντας πονοκέφαλο στην ελίτ της χώρας του. Το κράτος σταμάτησε να ενισχύει τις ταινίες του, θεωρείται ««persona non grata»», εξαιτίας των αποκαλύψεών του περί πατριαρχίας, ακραίου μισογυνισμού ( Το Κορίτσι με το Αγγελικό Πρόσωπο) , οιδιπόδειων συμπλεγμάτων (Pieta), αιμομικτικών σχέσεων(Moebius), παθολογικής γκροτέσκο βίας μέχρι εσχάτων, σωματικής και ψυχολογικής (Bad Guy).

Χρησιμοποιεί πάντα αλληγορίες, ενίοτε υιοθετεί και στοιχεία σουρεαλισμού(3-iron)μεγάλες παύσεις και σιωπές, στο ένα άκρο γυναίκες-πόρνες και άντρες-τέρατα και στο άλλο,  αυτές τις απίστευτες φωτογραφίες σαν ζωγραφιά( Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας).

Το « Δίχτυ» αποτελεί την πλέον  «πολιτική» ταινία του (από τις 24), αφήνοντας πίσω τον « Άγνωστο Παραλήπτη» του 2001, ο οποίος διαδραματιζόταν σε μια αμερικανική βάση το 1970, με το κοινωνικό,  τελικά να υπερισχύει του πολιτικού.

Εδώ, ο Κιμ Κι-Ντουκ αποφασίζει να γράψει και να σκηνοθετήσει μια ιστορία, για τις δύο Κορέες, δύο θεωρητικώς αντίθετες αξίες ζωής, της   βάρβαρης καπιταλιστικής Νότιας και της στρατοκρατούμενης, αλλά ανθρώπινης, κομμουνιστικής Βόρειας.

 Η βάρκα ενός οικογενειάρχη βορειοκορεάτη ψαρά, θα παρασυρθεί προς το Νότο. Οι αρχές του Νότου θα τον συλλάβουν και θα τον κρατήσουν φυλακισμένο για μέρες, εξευτελίζοντας τον, «ψήνοντάς του, το ψάρι στα χείλι». Όταν αντιλαμβάνονται πως δεν είναι κατάσκοπος, θα προσπαθήσουν να τον μυήσουν στην κουλτούρα και στον «ευεργετικό παράδεισο» του καπιταλισμού, δελεάζοντάς τον, να δραπετεύσει μια για πάντα από τον κομμουνισμό.

Τον αφήνουν στη μέση του πουθενά, στην κοσμοπλημμύρα και στα πολυκαταστήματα της  Σεούλ. Ο ήρωας μας, αρνείται να ανοίξει τα μάτια, γιατί γνωρίζει, πως εάν επιστρέψει στο Βορρά, οι αρχές θα τον ανακρίνουν να πει την αλήθεια, τι ακριβώς είδε. Τελικά  θα αναγκαστεί να  τα ανοίξει και μέσα από τη γνωριμία με μια πόρνη,  θα διαπιστώσει πως η ονειρική κοινωνία του Νότου, είναι πυροτέχνημα. Με τα πολλά θα επιστρέφει στο Βορρά -και με τρόμο- αντιλαμβάνεται, πως είτε στο Νότο είτε στο Βορρά, η εξουσία, συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο.

Η ταινία παρουσιάστηκε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, η υποδοχή δεν ήταν ιδιαίτερα θετική, εικάζουμε, εξαιτίας της  απλουστευμένης φόρμας της, μακριά από τα συνήθη στερεότυπα-που μόλις αναφέραμε- χωρίς ο Κιμ Κι-Ντουκ να τα αποποιηθεί εντελώς.

Για μας, υπάρχει -ορατή δια γυμνού οφθαλμού-  αθωότητα και αφέλεια στο όλο εγχείρημα,  όπως επί παραδείγματι , ο τρόπος που ο ήρωας μας βρέθηκε να περνάει τη διαχωριστική γραμμή και διάφορες ευτράπελες σκηνές,  από τις δοκιμασίες που του έλαχαν, φαντάζοντας εξωπραγματικές, μακριά από την ιντελεκτουέλ οπτική του σκηνοθέτη, όπως επίσης και η δυνατότητα του θεατή να προβλέψει, το τι θα συμβεί.

 Όλα αυτά, διατηρούν το έργο μέσα  σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά ο Κιμ Κι-Ντουκ, την σκοτεινή σάτιρα που επιδιώκει θα την πετύχει, όπως επίσης και να χλευάσει τα δύο συστήματα εξουσίας…θύματα-όπως πάντα-  είναι τα ανώνυμα πρόσωπα.

Το κεντρικό, ο σύζυγος και πατέρας, προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του, ασκώντας οι πάντες πάνω του ψυχολογική βία, σε ένα πανομοιότυπο πινγκ πονγκ όμοιας συμπεριφοράς δύο μισητών καθεστώτων, αλλά και δύο δευτερεύοντες χαρακτήρες , ένας ιδεαλιστής αστυνομικός, που προσπαθεί μάταια να εφαρμόσει τους κανόνες ηθικής-δικαίου και μια γυναίκα, η οποία  παραμένει δέσμια των σωματεμπόρων. Ο Κιμ Κι-Ντουκ, στηρίζεται πάνω σε ηθοποιούς, με δοκιμασμένες ικανότητες, όπως είναι η Χα Νταμ Τζογκ, που την είδαμε και στην σέξι »Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ.

3. Όταν Τελειώσει ο Έρωτας

otantel (1)

Οι διαζευγμένοι σινεφίλ, θα έχουν κάθε λόγο να μνημονεύουν για καιρό το έργο αυτό, όχι τόσο για την σπουδαία του συνεισφορά στην 7η τέχνη, αλλά για να θυμηθούν ( εάν το επιθυμούν), σκηνές από το δικό τους –ατελέσφορο-γάμο.
Διαδραματίζεται σε εσωτερικούς χώρους, μέσα σε μια κουζίνα, σε ένα σαλόνι, στον κήπο και στο υπνοδωμάτιο, μιας μονοκατοικίας, εκείνες τις ηλεκτρισμένες μέρες, λίγο πριν, ο ένας από τους δύο, μαζέψει την πραμάτεια του και δει την πόρτα της εξόδου.

Η Μαρία κοντά στα 40, έχοντας παντρευτεί τον Μπόρις- πριν από δεκαπέντε χρόνια- και κάνοντας μαζί του δυο κόρες, βρίσκεται σε τέλμα, θέλει να ξεφύγει. Η αρχική ερωτική και συναισθηματική έλξη για το σύντροφό της, έχει εξελιχθεί σε « δεν τον αντέχω άλλο». Ούτε να κοιμάται θέλει μαζί του, ούτε να τον βλέπει, την ενοχλούν οι άλλοτε αποδεκτές συνήθειες του, ενώ έχει δρομολογήσει την αίτηση διαζυγίου.
Αυτός, φαίνεται να την επιθυμεί ακόμα, αλλά από εγωισμό εξαιτίας της απόρριψης, της κάνει bullying και τη ζωή δύσκολη. Ημί-απασχολούμενος αρχιτέκτονας γαρ, διεκδικεί αποζημίωση για το 50% της μονοκατοικίας, την οποία έχτισαν οι γονείς της Μαρίας, αλλά ο ίδιος ισχυρίζεται, ότι είχε συνεισφέρει στην ανακαίνιση της.
Οι έντονοι καυγάδες ακόμα και μπροστά στις δίδυμες κόρες τους, αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, στον αντίποδα όμως, υπάρχουν στιγμές που το ζευγάρι λυγίζει, μπροστά στην οικογενειακή θαλπωρή και στις όμορφες αναμνήσεις, δίνοντας λανθασμένα την εντύπωση στα παιδιά, πως ο χωρισμός τους, δεν είναι δεδομένος. Τα αντικρουόμενα συναισθήματα, θα τα πληγώσουν και το γνωστό ρητό, λάθη γονέων παιδεύουσι τέκνα, οι δύο γονείς θα το νιώσουν για τα καλά.
Το θέμα, ο ρυθμός, η ένταση, οι φορτισμένοι διάλογοι και ο χειρισμός της κάμερας « μέσα στους τέσσερις τοίχους», που παρατηρεί ψυχρά και αποστασιοποιημένα, προκαλεί μια θεμιτή «ασφυξία» στο θεατή. Από τις φλόγες ενός σπίρτου, δηλαδή μιας αφορμής, ξεσπούν διαρκώς εκρήξεις, τονώνοντας την κινηματογραφική δράση.
Αποτελεί μια καλώς νοούμενη αντιγραφή του κινηματογράφου του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί( ακόμα και το στήσιμο της κάμερας του τελευταίου πλάνου εδώ, θυμίζει τον « Ένα Χωρισμό»), ο οποίος αποτύπωσε σε όλες τις πρόσφατες ταινίες του, το πώς, οι προσωπικές τραγωδίες, τα πιθανά και απίθανα συμβάντα, μπορούν να ορίσουν τη μοίρα μιας οικογένειας.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Βέλγος Γιοακίμ Λαφός, βάζει αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά δεν έχει ακόμα τα εχέγγυα να πλάσει ιστορίες τέτοιου βεληνεκούς, ακολουθεί μια πιο απλουστευμένη λογική, σε κάποιες στιγμές η φλυαρία υπερβαίνει το μέτρο και το έργο αποκτά ξανά ενδιαφέρον προς το τέλος του. Η Μπερενίς Μπεζό και ο Σεντρίκ Καν, στις αδύναμες σεναριακές και σκηνοθετικές στιγμές, αποκαλύπτουν μέρος των δυνατοτήτων του, στο σκληρό ρεαλιστικό παιχνίδι και καλύπτουν-όσο μπορούν-αυτές τις αστοχίες.

4. Ο Μαθητευόμενος

aprentice1

Στη Σιγκαπούρη, οι θανατικές καταδίκες όχι μόνο επιτρέπονται, αποτελούν παράδοση δεκαετιών και είναι αποδεκτές από τους ντόπιους.
Η ιστορία και η σκηνοθετική ματιά, δεν μέμφεται τη συγκεκριμένη τιμωρία, παρακολουθεί τη πορεία ενός νεαρού άντρα, με καταδικασμένο για φόνο πατέρα και απαγχονισμένο πριν από 20 χρόνια, μόλις το παιδί του είχε γεννηθεί. Ο Αιμάρ αναζητά την ταυτότητά του, ήσυχος και μελαγχολικός. Η θανατική καταδίκη του πατέρα του, τον στοιχειώνει. Αποφασίζει να γίνει υπάλληλος, σε φυλακές υψίστης ασφαλείας.
Εν ολίγοις, πήγαινε γυρεύοντας.
Μέσα εκεί, θα γνωρίσει τον μοναδικό δήμιο, έναν ευσυνείδητο ηλικιωμένο υπάλληλο, που απαγχονίζει-όπως τον ακούμε να λέει-…ανθρώπινα.
Η ταινία, δίνει μεγάλο βάρος στον τομέα της εικαστικότητας, των δύο βασικών ερμηνειών, αλλά και ενός παιχνιδιού, με κρυμμένα κίνητρα( αν υπάρχουν), είτε του Αιμάρ, είτε του δήμιου, ονόματι Ραχίμ, στην πολύπλοκη δικιά τους σχέση. Περνάει από το μυαλό μας( και αυτή είναι επιτυχία του σκηνοθέτη), πως ο δεινός, απαγχονιστής, είναι ο πραγματικός του πατέρας. Ακόμα, αρχίζουμε να πιστεύουμε πως ο Αιμάρ ξεκίνησε να εργάζεται στις φυλακές, για να πάρει μια οικογενειακή εκδίκηση.
Το φόντο είναι μυστηριώδες, ενίοτε σκοτεινό και φρικιαστικό, αλλά και στον θεατή αποκαλυπτικό-με κάθε λεπτομέρεια-στο πως γίνονται οι απαγχονισμοί, πια η διαφορά ανάμεσα σε έναν ήπιο και σε έναν βασανιστικό θάνατο.
Βεβαίως, η ιστορία, γεννά απορίες και ερωτήματα, τα οποία δεν απαντώνται, μένοντας και το όλο εγχείρημα, μετέωρο.

5. Δύο Καρδιές

Réparer les vivants

Φορτισμένο και πάνω από όλα  διδακτικό γαλλικό δράμα, επικεντρωμένο πάνω σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και το θάνατο ενός έφηβου αγοριού. Οι γονείς του είναι σε διάσταση, ο νεαρός, τη χαρά θα την βρει στα πρώτα φτερουγίσματα του έρωτα, τον οποίο δεν θα χαρεί, γιατί  το νήμα της ζωής του, άδοξα θα κοπεί, σε μια βόλτα με τους φίλους του.

Η ταινία ακολουθεί το παιδί μέχρι το μοιραίο γεγονός, την ανακοίνωση της φρικτής είδησης στους γονείς-ότι ο γιος τους είναι εγκεφαλικά νεκρός- και τους δισταγμούς τους, αρχικά να συναινέσουν στη δωρεά των οργάνων του. Παράλληλα, η σκηνοθέτις εμφανίζει και την καθημερινότητα, μιας μεσήλικης γυναίκας, που περιμένει με αγωνία, τον πρώτο διαθέσιμο δότη, για να χειρουργηθεί.

Για τη δύναμη της αλτρουιστικής πράξης, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, να δίνεται ζωή σε έναν άλλον, είναι αφοσιωμένη και αφιερωμένη αυτή η ταινία, ιδίως όταν η ζωή θα δοθεί από ένα παιδί, σε έναν μεγάλο.

Η 37 χρόνη Κατέλ Κιγιεβερέ ( γνώριμη στην Ελλάδα από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και την ταινία Suzanne), φτιάχνει μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, μεταπηδώντας από το παρελθόν, στο παρόν και αντίστροφά, αποκαλύπτοντας  τον ασύλληπτο πόνο, να χάνει ο γονέας το παιδί του και φωτίζει ολόκληρη τη διαδικασία εντός χειρουργείου, της μεταμόσχευσης οργάνων.

Και να μην βλέπαμε πως τοποθετείται μια καρδιά, δεν θα χάναμε κάτι, θα αντιλαμβανόμασταν το τι θέλει να μας μεταφέρει η Κιγιεβερέ. Επίσης η διάθεση να σπρώξει την ιστορία στο γνώριμο ασφυχτικό μελό, εν τέλει δεν αποφεύγεται. Πρωταγωνίστρια ως η τραγική μάνα, η σύντροφος του Πολάνσκι, η Εμανουέλ Σενιέ.

6. Άγρια Όνειρα

meand

Οικογενειακό θρίλερ του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου, το οποίο διαδραματίζεται σε αγροτική περιοχή του Νότου, έχοντας ως κεντρικό πρόσωπο έναν διεφθαρμένο αστυνομικό, που κακοποιεί την κόρη του, ενώ ένα πέπλο μυστηρίου, καλύπτει την τύχη της μάνας. Το νεαρό κορίτσι θα το ερωτευτεί, ένας συνομήλικός της, ο οποίος θα προσπαθήσει να την απομακρύνει από τον βάναυσο πατέρα. Ο μικρός θα βρεθεί άθελα του, μπροστά σε φόνους και στα χέρια του θα βρεθούν ένα εκατομμύριο δολάρια, ουσιαστικά θα τα κλέψει, από το θύτη, τον πατέρα της νεαρής κοπέλας. Τα δύο παιδιά θα ξεκινήσουν έναν αγώνα επιβίωσης, με τον αδίστακτο αστυνομικό, να είναι έτοιμος να σκοτώσει, ακόμα και την ίδια του την κόρη.

Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι από την αρχή και η σκηνοθεσία πυροδοτεί την ψυχολογική ένταση, πριν ακόμα ξεκινήσει η βία και η καταδίωξη. Θα μπορούσε το αποτέλεσμα να ήταν εντυπωσιακό, εάν αποφεύγονταν εξωπραγματικές καταστάσεις, όπως ο τρόπος με τον οποίο τα έφηβα παιδιά, σε κάθε πραγματικό κίνδυνο, ήξεραν πως να ξεφύγουν. Ακόμα και το τέλος, η εκδίκηση και η λύτρωση, φαινόταν με πιο τρόπο θα εκδηλωθεί. Τον πατέρα ερμηνεύει, ο εξαιρετικός Μπιλ Πάξτον.

 

Κυκλοφορούν επίσης το μπλογκμπάστερ Φύλακες του Γαλαξία 2 και η παιδική ταινία Στην κορυφή του κόσμου. Για τις ταινίες στην Αλκυονίδα δείτε ΕΔΩ

 

 

 

 

 

>Κυκλοφορεί επίσημα πια, το πολιτικό αριστούργημα “The look of Silence” του 2014. Διαβάστε την κριτική μας ΕΔΩ

Επίσης κυκλοφορεί η απογοητευτική ταινία τρόμου Διπλή Εκδίκηση

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Ιάκωβος Γωγάκης