Οι Ταινίες της Εβδομάδας στους Κινηματογράφους… από την Πέμπτη 11 Μαίου

Επιμέλεια-Κριτικές: Ιάκωβος Γωγάκης, Δέσποινα-Ηλέκτρα Βούλγαρη, Βασίλης Οικονόμου

1. Μικροί Κύριοι

little_men_ver2_xlg550 (1)

Άνευ εξάρσεων, εντάσεων και φωνασκιών, κατά κανόνα χρήσιμες σε ανεπαρκείς ιστορίες, ο Αϊρα Σακς στη δικιά του πλούσια ιστορία, επικαλείται την γνωστή φράση «ο θάνατος σου η ζωή μου», για να περιγράψει τις οικονομικές δυσχέρειες μεσοαστών Αμερικανών, στην καλά προστατευμένη από τα ΜΜΕ, αόρατη κρίση, υπαρκτή πια και στις « καλύτερες οικογένειες», ακόμα και της Νέας Υόρκης.

Στις ταραγμένες εποχές, θύματα- όπως συνήθως συμβαίνει – είναι και τα παιδιά, τα οποία αποχαιρετούν από νωρίς την αθωότητα, σε συνθήκες βίαιης ενηλικίωσης.

Μπορεί άραγε η παιδική και άδολη φιλία να προστατευτεί από τις διαμάχες των οικογενειών τους;

Το σενάριο της ταινίας-ορθά-αρνείται να απαντήσει αυτό το ερώτημα, ακολουθώντας υπόκωφα, τη διαμάχη του Μπράιαν, ενός ηθοποιού, παντρεμένου με παιδί και της Λέονορ, μιας μοδίστρας μετανάστριας και αυτή με παιδί, η οποία νοίκιαζε για χρόνια το μαγαζί-μπουτίκ, ιδιοκτησίας του πατέρα του Μπράιαν, στο Μπρούκλιν. Ο ηλικιωμένος άντρας, μόλις έχει πεθάνει και ο Μπράιαν, με τη σύμφωνη γνώμη και της αδερφής του, της ζητούν τα τριπλάσια χρήματα( καλύπτοντας δικές τους ανάγκες επιβίωσης), για να συνεχίσει να διατηρεί εκεί το μαγαζί της. Το ποσό είναι εξωφρενικό για τα δεδομένα της Λέονορ. Οι προσπάθειες της για τίμιο συμβιβασμό, πέφτουν στο κενό. Τα δύο αγόρια και φίλοι από μωρά- παιδιά, βρίσκονται ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά.

Η εισβολή των ενηλίκων στην παιδική ιδιοσυγκρασία και πως την μεταβάλλουν και πως την εξεγείρουν, είναι το πρώτο, το τελευταίο και το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ταινίας, εξ ου και ο αγγλικός τίτλος “ Little Men”. Ενδιάμεσα, ο Αϊρα Σακς, στο 7ο δημιούργημά του, επιχειρεί να δώσει υπόσταση, σε ένα νέο φαινόμενο, αποτέλεσμα της κρίσης στην αγορά κατοικίας του 2007, μακριά από τις εταιρίες και τις τράπεζες, ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές, δέσμιοι και οι δύο του υψηλού standard of living, της ανεργίας και των χαμηλών απολαβών. Δεν τοποθετεί κατά τύχη, αλλά συνειδητά, από την μια την Λέονορ, μετανάστρια που δεν έχει που την κεφαλήν κλίνη και από την άλλη τον Αμερικανό Μπράιαν, έχοντας μια Α οικονομική δυνατότητα, να μπορεί να παίζει Τσέχωφ, να μην βγάζει ούτε δολάριο και ταυτόχρονα να κρατάει “μανιάτικο” στον πατέρα του, έχοντας ο τελευταίος μια μικρή περιουσία για τα παιδιά του, αλλά για συντροφιά στα γεράματά του, είχε αυτή τη γυναίκα, που της παραχωρούσε έναντι μικρής αμοιβής, το μαγαζί.

Η σκηνοθετική οπτική, αρνείται να υποδείξει συμπάθειες και αντιπάθειες, αφήνει το κοινό μόνο του να κρίνει και -εντελώς αθόρυβα-δημιουργεί έναν εύστοχο- εκκωφαντικό προβληματισμό, για την καταρράκωση των ηθικών αξιών, εξαιτίας των χαμηλών εισοδημάτων, των αυξανόμενων αναγκών και ενός αστικού τρόπου ζωής, που επιδιώκει τις «ευκολίες». Συναντιόνται εδώ και οι μεγάλες αντιφάσεις, για το τι είναι «πολιτισμός» και πως τον πρεσβεύουν οι καλλιτέχνες.

Επαναλαμβανόμενη η μουσική, ίσως να μην ταιριάζει σε όλα τα σημεία, αντίθετα οι ηθοποιοί, από τα νεαρά παιδιά μέχρι τους γνωστούς ρολίστες του ανεξάρτητου κινηματογράφου(Γκρεγκ Κινίαρ, Άλφρεντ Μολίνα, Παουλίνα Γκαρσία), στηρίζουν δυναμικά, το κοινωνικό έργο του Αϊρα Σακς, σε παραγωγή του δικού μας Χρήστου Κωνσταντακόπουλου. I.Γ

2. Η Eνοχή των Aθώων

INNOCENTS

Τραγικές πτυχές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου  και το τι τον ακολούθησε, αποκαλύπτονται συχνά-πυκνά κι ας έχουν περάσει 70 και βάλε χρόνια από τότε. Η Αν Φοντέιν, φωτίζει το δράμα ορθόδοξων  καλογριών στην Πολωνία και το βιασμό τους, από τον Σοβιετικό Στρατό το 1945. Η κάμερα δεν ξεφεύγει ούτε λεπτό από το Μοναστήρι, χιονισμένες εικόνες από τον περιβάλλοντα χώρο, που θυμίζουν το επίσης παρόμοιο, “Ida” του Πάβελ Παβλικόφσκι.

Κεντρικό πρόσωπο είναι μια Γαλλίδα εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού, η οποία ανακαλύπτει μια έγκυο καλόγρια. Η πραγματικότητα είναι ακόμα πιο σύνθετη, όταν αποκαλύπτεται πως δεν είναι μόνο μία, αλλά 5-6, όλες βιασθείσες από τους Σοβιετικούς. Άγνωστη παραμένει η αντίδραση της Ηγουμένης, όταν γεννηθούν τα μωρά, η οποία  Ο μοναδικός αντρικός χαρακτήρας, είναι ένας εβραϊκής καταγωγής στρατιωτικός γιατρός, που αναπτύσσει ένα φλερτ με την γυναίκα του Ερυθρού Σταυρού.I.Γ

 

3. Personal Shopper

personalshopper

Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς μετά το “Σύννεφα του Σίλς Μαρία” συνεργάζεται ξανά με την Κίρστεν Στιούαρτ και παραδίδει μία αμφιλεγόμενη ταινία, καθώς το “Personal Shopper” μπορεί να απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, αλλά δέχθηκε την αποδοκιμασία του κοινού και την αδιαφορία των κριτικών.

Η Μορίν, μία νεαρή Αμερικανίδα, ζει στο Παρίσι και εργάζεται ως προσωπική βοηθός μίας διασημότητας, αγοράζοντας πολυτελή ρούχα οίκων μόδας και ακριβά κοσμήματα για το διάσημο αφεντικό της. Ο λαμπερός χώρος του θεάματος και της μόδας την αφήνει παγερά αδιάφορη, καθώς το μόνο που την απασχολεί είναι να διαπιστώσει αν το πνεύμα του νεκρού δίδυμου αδερφού της προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της. Η πρωταγωνίστρια επισκέπτεται το σπίτι που μεγάλωσαν, αρχίζει να δέχεται περίεργα μηνύματα στο κινητό της, ενώ συνειδητοποιεί ότι ίσως όντως να διαθέτει τη ψυχική ικανότητα να έρχεται σε επαφή με πνεύματα.

Θρίλερ, ταινία τρόμου, μεταφυσική ταινία με φαντάσματα, το χαρακτηριστικό και ατού της ταινίας είναι ότι συνδυάζει στοιχεία από κινηματογραφική είδη, αποφεύγοντας τα κλισέ του τυπικού μεταφυσικού θρίλερ. Ο Ασαγιάς χτίζει ένα σταθερό αφηγηματικό ρυθμό, που κρατά σε εγρήγορση το θεατή, αλλά η σκηνοθετική προσπάθεια χάνει το στόχο της, καθώς οι χαρακτήρες απουσιάζουν, το σενάριο παραμένει απλοϊκό και δίχως ουσία με ένα διφορούμενο τέλος στα όρια του κωμικού. Η

Η ταινία διασώζεται από την ανεπιτήδευτη και ουσιαστική ερμηνεία της Κίρστεν Στιούαρτ, η οποία εξελίσσεται σε προσωπική μούσα του σκηνοθέτη. Στα αξιοσημείωτα της ταινίας συγκαταλέγεται η χρήση της τεχνολογίας και του κινητού ως στοιχείο εξέλιξης ενός θρίλερ, σε μία μεταμοντέρνα σκηνοθετική οπτική, οριοθετώντας την ταινία χρονικά ξεκάθαρα στη σημερινή εποχή. Δ-Η.Β

 

4. Σουβενίρ

suvenir

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ που αγαπάμε, δεν χρειάζεται να ανοίγει τα πόδια σε νεαρούς μαθητές της( Η Δασκάλα του Πιάνου), να γοητεύεται από τους βιαστές της( Elle), να πηγαίνει ακόμα και με το γιο της( Η Μητέρα μου), για να αναγνωρίσουμε τη στόφα μιας ιέρειας του σινεμά. Με λύπη παρατηρούμε, πως οι σκηνοθέτες την επιλέγουν σε τέτοιου είδους ρόλους  και αυτή το αποδέχεται, να ερμηνεύει παρόμοιους ρόλους, μιας σύγχρονης  femme fatale. Και στο « Σουβενίρ», είναι μία από τα ίδια, παίζει την άλλοτε επιτυχημένη τραγουδίστρια, που εκπροσώπησε την Γαλλία στη Γιουροβίζιον, ενώ τώρα είναι μια φασόν-εργάτρια, ενός ζαχαροπλαστείου. Η γνωριμία της με έναν νεαρό μπόξερ αλλάζει τα δεδομένα, αλληλοερωτεύονται, γίνεται ο ατζέντης της και ευελπιστούν σε ένα δυναμικό come back στα μουσικά δρώμενα.

Η προσωπικότητα της ηρωίδας θυμίζει τον τρόπο που έπλασε τον γυναικείο χαρακτήρα της Ιπέρ, ο Πωλ Βερχόφεν στο « Elle». Σκοτεινό παρελθόν, μοναξιά, αποτυχία εκπλήρωσης στόχων, φροϋδικά συμπλέγματα, σεξουαλική απραξία ετών, ακολουθούν την πρωταγωνίστρια στο ειδύλλιο της με τον νεαρό μπόξερ, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της.

Ο σκηνοθέτης Bavo Defurne δεν διαθέτει στα χέρια του, ένα σενάριο που να δικαιολογεί μια ταινία 90 λεπτών. Τα νοήματα της, είναι από νωρίς κατανοητά, ακόμα κι αν σταθούμε στην ελπίδα των ανθρώπων να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, ή ότι ο έρωτας  χρόνια δεν κοίτα, όλα αυτά εξαντλούνται από το μισάωρο. Ι.Γ

5. Μαμά Ξανά!

Le petit locataire

Γαλλικούρα με τα όλα της, τύφλα να χει η δικιά μας « Οικογένεια Μουσαμά», με τον αείμνηστο Σταύρο Παράβα. Θα το κρατήσει  το 3ο της παιδί μια  49χρόνη υπάλληλος διοδίων ή θα κάνει έκτρωση;  Ο γιος της είναι στα καράβια, η κόρη της είναι ανύπαντρη μάνα, ο άντρας της είναι γυμναστής της ρυθμικής, χαμηλά αμειβόμενος και η μαμά της, μια τρελογιαγιά που κάποτε θυμάται, κάποτε ξεχνάει. Κωμωδία ευτράπελων καταστάσεων, άνευ σημασίας, για το σκότωμα της ώρας. Αξίζουν οι ερμηνείες των δευτεροκλασάτων Γάλλων ηθοποιών.

6. Η Πράξη του Φόνου( του 2012)

theactofkilling

Ο Joshua Oppenheimer θεωρείται ήδη ως ένας από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικούς ντοκιμαντερίστες των τελευταίων ετών. Αν και κινηματογραφεί σχεδόν τα τελευταία 20 χρόνια, το ντοκιμαντέρ του The Act of Killing (Η Πράξη του Φόνου, 2012) ήταν αυτό που του προσέφερε διεθνή αναγνώριση. Ανάμεσα στους παραγωγούς της ταινίας συγκαταλέγεται και ο Werner Herzog. Η ταινία έχει κερδίσει πολλά βραβεία όπως το BAFTA για Καλύτερο Ντοκιμαντέρ και το βραβείο της Καλύτερης Ταινίας στο φεστιβάλ του CPH:DOX.

Στην Ινδονησία του 1960 η απόφαση του τότε προέδρου Sukarno να κινηθεί σε πιο αριστερές πολιτικές και να προστατεύσει το Ινδονησιακό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έτυχαν θετικής αποδοχής από τους αρχηγούς του στρατού. Το 1965 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέπει τον Sukarno και επιβάλλει τον Suharto ως νέο πρόεδρο. Ταυτόχρονα ξεκινά μία αντί-κομμουνιστική εκκαθάριση η οποία θα οδηγήσει στις περίφημες δολοφονίες της Ινδονησίας του 1965-66. Δεν υπάρχουν επίσημες εκτιμήσεις για τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των σφαγών αλλά οι αριθμοί κυμαίνονται από 500.000 και μπορεί να φτάνουν μέχρι και 1.000.000 θύματα. Οι δολοφόνοι της εν λόγω περιόδου εξακολουθούν να ζουν στην Ινδονησία, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος του ακόμη κυβερνώντος καθεστώτος. Θεωρούνται επίσης ήρωες και λαμβάνουν σημαντικά οφέλη από παραστρατιωτικές οργανώσεις που από το 1965 δρουν ως οι επίσημες αρχές της χώρας.

Ο Joshua Oppenheimer αποφασίζει να ερευνήσει αυτή την άγνωστη και σκληρή ιστορία που είναι ίσως και το πιο απάνθρωπο έγκλημα του 20ου αιώνα που ακόμα δεν έχει δικαστεί. Ο ίδιος γίνεται φίλος με τον Anwar Congo, ένα από τους μαφιόζους εκτελεστές του 1965 και με τον Herman Koto έναν ακόμα γκάνγκστερ και παραστρατιωτικό ηγέτη. Καταφέρνει να τους πείσει να γυρίσουν μία ταινία η οποία θα απεικονίζει τη δόξα και τη σημασία των γενναίων πράξεών τους για να σώσουν τόσο την Ινδονησία όσο και τους συμπολίτες τους από την κομμουνιστική απειλή. Οι δολοφόνοι τον πιστεύουν και θέλουν να παρουσιαστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Για το λόγο αυτό αναπαριστούν εκ νέου για χάρη της μυθοπλασίας – και αντιγράφοντας μερικές από τις αγαπημένες τους ταινίες – κάποια από τα εγκλήματά τους. Παράλληλα προσφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερες σκληρές πληροφορίες σχετικά με τα θύματά τους, τα οποία επίσης αναπαριστούν, ώστε να δώσουν την πιο ακριβή εικόνα στον σκηνοθέτη καθώς δρουν απόλυτα φυσικά. Όλα παρουσιάζονται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο και έτσι ορισμένες φορές είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κάποιος την ταινία. Η βιαιότητα αναμιγνύεται με το ζοφερό παρελθόν και το ακόμα πιο τρομακτικό παρόν καθώς οι δολοφόνοι είναι ακόμα εκεί, ζώντας από τις ηρωικές τους πράξεις.

Δεν είναι υπερβολή πως Η Πράξη του Φόνου θεωρείται ήδη ένα επαναστατικό ντοκιμαντέρ. Είναι η πρώτη φορά που το παρελθόν της Ινδονησίας εκτίθεται πλήρως και εγείρει πολιτικά και ιστορικά ερωτήματα που επιτέλους αγγίζουν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινότητας. Επίσης, το ντοκιμαντέρ για πρώτη φορά δίνει τη δυνατότητα σε αυτούς τους Ινδονήσιους που γνωρίζουν ή δεν θέλουν να ξεχάσουν το παρελθόν τους να μιλήσουν και να μοιραστούν μεταξύ τους αυτήν την κοινή γνώση. Αναπόφευκτα η κρατική προπαγάνδα είναι τώρα, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια, υπό αμφισβήτηση ακόμη και από τους ίδιους τους δολοφόνους. Η ιστορία που ξαναγράφτηκε από τους νικητές δεν είναι πια αξιόπιστη. Ο αντίκτυπος της ταινίας είναι τόσο ισχυρός που έχει αναφερθεί πως πλέον υπάρχουν δύο Ινδονησίες εκείνη πριν και εκείνη μετά από την Πράξη του Φόνου.

Αυτό που καθιστά την Πράξη του Φόνου μία σημαντική και ξεχωριστή ταινία δεν είναι μόνο ο κοινωνικός αντίκτυπος που έχει ήδη αλλά και η καλλιτεχνική διαδικασία που υπάρχει πίσω από αυτη. Ο Oppenheimer χωρίς να είναι ένας “θεωρητικός” ή “επαγγελματίας” ντοκιμαντερίστας αφήνει την ταινία του να αναπνεύσει και ως εκ τούτου προσφέρει μοναδικές στιγμές καθαρής κινηματογραφικής έκθεσης. Αναμειγνύοντας το φανταστικό με την πραγματικότητα, το παρόν με το παρελθόν και το σουρεαλιστικό μακάβριο χιούμορ με την αληθινή φρίκη προσφέρει επίσης μία πολυεπίπεδη συναισθηματική εμπειρία. Οι ήδη δυσάρεστες και βάναυσες σκηνές γίνονται ακόμη πιο ισχυρές όταν ο Oppenheimer αφήνει απλά την κάμερα του να παρατηρεί όπως θα έκανε ο κάθε άνθρωπος. Μερικές στιγμές πραγματικής αμηχανίας ενισχύονται από τη δική του αντίδραση καθώς μεταφέρει υποσυνειδήτως τα συναισθήματα του μέσα από αυτό που γυρίζει. Επίσης, ο σκηνοθέτης δεν κρίνει ποτέ την κατάσταση ούτε παίρνει ποτέ μια ξεκάθαρη θέση για όλα όσα βλέπει και βιώνει. Αφήνει την εικόνα του να μιλήσει, γιατί κυριολεκτικά μερικές φορές δεν είναι δυνατό να προσθέσει οποιοδήποτε άλλο σχόλιο. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας εκσυγχρονισμένος ίσως τρόπος του cinéma vérité χωρίς να ακολουθούνται όλοι οι αυστηροί κανόνες της παραδοσιακής κινηματογράφησης και αυτό δημιουργεί μια μοναδικά ρεαλιστική ατμόσφαιρα.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι H Πράξη του Φόνου δεν είναι απλώς μια προσωπική δουλειά του Oppenheimer, καθώς συνεργάστηκε με δύο συν-σκηνοθέτες, την Christine Cynn και τον Ανώνυμο, και με πολλούς άλλους Ανώνυμους συνεργάτες. Με αυτό το ντοκιμαντέρ στην ουσία ο ίδιος μόλις αγγίζει την επιφάνεια της σημερινής κοινωνίας της Ινδονησίας. Για αυτό το λόγο ο σκηνοθέτης συνεχίζει στην ίδια θεματική κάνοντας ένα βήμα παραπέρα με το επόμενο ντοκιμαντέρ του The Look of Silence (2014) το οποίο λειτουργεί σχεδόν σαν μια συνέχεια. Ο Oppenheimer επιθυμεί με το έργο του να βοηθήσει όλους τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν διατηρήσουν την ανωνυμία τους στους τίτλους των ταινιών του αλλά και στη ζωή τους και συνεχίζουν να αποτελούν μία φοβισμένη μειοψηφία στην πατρίδα τους ώστε να μπορέσουν τελικά να έχουν την δικαίωση που απαιτούν τόσα χρόνια. Β.Ο

Κυκλοφορούν επίσης οι ταινίεςΒασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού

Ο Πολικός Αρκούδος και οι ΑνίκητοιΟ Πολικός Αρκούδος και οι Ανίκητοι

Η 9η Ζωή του Λούι Ντραξ

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Members of Screeneye