Αδελφοί Νταρντέν

Dardennes

Γράφει η Ελίνα Τραιφόρου

Δεν υπάρχει στην πρόσφατη ευρωπαϊκή κινηματογραφία, πιο ευδιάκριτο παράδειγμα συνεργασίας, σκηνοθετών αδελφών, έχοντας κερδίσει δεκάδες Ευρωπαϊκά βραβεία, εδραιώνοντας παράλληλα μια μοναδική κινηματογραφική φόρμα. Μιλάμε φυσικά για τους αδελφούς Νταρντέν (Ζαν Πιέρ και Λικ).
Κι όμως, οι πρώτες μυθοπλαστικές τους απόπειρες, πόρρω απέχουν από το γνώριμο «Νταρντενικό» σύμπαν. Η πορεία τους θυμίζει την περίπτωση του Λαρς Φον Τρίερ κάνοντας στροφή, από την στιλιζαρισμένη πλανοθεσία ( όπως επί παραδείγματι «Το Στοιχείο του Εγκλήματος» και το «Europa») για να γυρίσει ταινίες με βάση τους κανόνες του «δόγματος». Τοιουτοτροπώς, και οι αδελφοί Νταρντέν στο «Falsch» (1986), την πρώτη τους ταινία μυθοπλασίας έπειτα από ντοκιμαντέρ, έπαιξαν με τη στιλιζαρισμένη θεατρικότητα και τα έντονα χρώματα, ενώ στο «Σαν Σκέφτομαι»(1992) σκηνοθέτησαν συμβατικά, με κίνηση της κάμερας και μουσική επένδυση. Μέχρι που ήρθε η « Υπόσχεση» (1996), με κάμερα στο χέρι, δίνοντας την αίσθηση ντοκιμαντέρ, για να τους εκτινάξει στο διεθνές καλλιτεχνικό στερέωμα. Ακολούθησε η «Ροζέτα» (1999), «Ο Γιος» (2002), «Το Παιδί» (2005), «Η Σιωπή της Λόρνα» (2008), «Το παιδί με το ποδήλατο» (2011), «Δύο μέρες Μια νύχτα» (2014), το «Άγνωστο Κορίτσι» (2016), ενώ ήρθαν βροχή οι υποψηφιότητες και τα βραβεία στο φεστιβάλ των Καννών.

lornas
Σε όλες τους τις ταινίες, μπορεί κάποιος να βρει έναν έντονο θεματικό άξονα: τις καταπιεσμένες γυναίκες και τις «κατώτερες τάξεις». Όπως λένε και οι ίδιοι «τυγχάνει να μην μας ενδιαφέρει η μπουρζουαζία». Παράνομοι μετανάστες, άνθρωποι που πασχίζουν να κρατήσουν μια δουλειά, παιδιά ενός κατώτερου θεού, έντονες καταστάσεις και διαδρομές για έναν πληθυσμό παραγκωνισμένο που είναι με το ένα πόδι στη ζωή και με το άλλο στο συνεχές φόβο του θανάτου και της εγκατάλειψης.
Απουσιάζει ο στρατευμένος κοινωνικός ρεαλισμός και τα αντιθετικά ήρωα- ανταγωνιστή με απολυτότητες. Οι Νταρντέν ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο πρωτίστως, στα σημεία όπου το καλό και το κακό εξαλείφονται, η όποια «κριτική» για την κοινωνία είναι μια υπόθεση ανοιχτή προς ερμηνεία και ο άνθρωπος είναι τρωτός ανάλογα με τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει. Έτσι στις ταινίες τους, η σχέση δημιουργού-θεατή διαμορφώνεται ισότιμα. Οι Νταρντέν δίνουν την ελευθερία στο θεατή να αναλύσει και να κρίνει τις ενέργειες των χαρακτήρων. όπως αυτός νομίζει, δεν δίνουν έτοιμη μασημένη τροφή. Μένουμε να ακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τους πρωταγωνιστές σε γκρίζες ζώνες. Δεν υπάρχουν δραματικοί φωτισμοί και γωνίες λήψεις (ιταλικός νεορεαλισμός), ούτε «μουσικά χαλιά» για κατευθυνόμενες συγκινήσεις («καμία μουσική ως συνοδεία, στήριγμα ή ενδυνάμωση» – Ρομπερτ Μπρεσόν). Όμως είναι πιο γήινοι από τον Μπρεσόν και πιο αδογμάτιστοι από τους Ιταλούς νεορεαλιστές. Κι όσο για τις πολυπόθητες λύσεις, επειδή οι σχέσεις των ανθρώπων και οι καταστάσεις που τους συνδέουν είναι ένα σύνθετο οικοδόμημα, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις (ή αλλιώς οι απαντήσεις διεγείρουν επιπλέον ερωτήματα). Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από αντικρουόμενα πάθη. Πάθη μεταξύ των ανθρώπων αλλά και του ίδιου του εαυτού. Κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να δίνεται η ευκαιρία στο θεατή να κοιτάξει πίσω από τις αποφάσεις του κάθε χαρακτήρα, αν όχι με «συγχωροχάρτι» τουλάχιστον με ένα «δικαιολογητικό».

Οι αδελφοί Νταρντέν το συνηθίζουν να κάνουν γυρίσματα στη Seraing, που βρίσκεται διπλα από τη Liege, εκεί όπου έχουν ζήσει χρόνια. Παρότι γνωρίζουν καλά τη συγκεκριμένη πόλη, δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην προετοιμασία, στο ρεπεράζ, έτσι ώστε «ο θεατής να αισθανθεί ότι υπάρχει ζωή- πραγματική ζωή» στην ταινία. Επίσης βλέπουν καθαρά «με ποιο τρόπο θα κινηθούν οι ηθοποιοί και η κάμερα…δεν χρειαζόμαστε storyboard… δεν χρησιμοποιούμε ποτέ storyboard… έχουμε το storyboard ήδη στο μυαλό μας αν και δεν το αποκαλύπτουμε σε κανέναν.» Άλλη μια ιδιαιτερότητα είναι πως κάνουν τα γυρίσματα, μέσα στο καταχείμωνο. Οι ίδιοι δίνουν την απάντηση γιατί. «Μας αρέσει το κρύο… Μας αρέσει ότι δεν υπάρχει πολύ φως… Το φως το χειμώνα κάνει τα χρώματα πιο έντονα: το κόκκινο, το μαύρο, το γκρι, τα λουλούδια, όλα φαίνονται πιο ζωντανά.». Όσο για τις αναμενόμενες εκπλήξεις των γυρισμάτων, αφήνουν στους ηθοποιούς να προτείνουν αλλαγές ή αν δεν λειτουργήσει το πλάνο την ώρα της λήψης, σκέφτονται εναλλακτικές λύσεις. Αποφεύγουν τους αυτοσχεδιασμούς αλλά είναι συζητήσιμοι σε πιθανές τροποποιήσεις στο διάλογο αν οι ηθοποιοί τους νιώθουν άβολα με κάποια πρόταση.
Οι Νταρντέν μάλιστα συγκατοικούσαν στο παρελθόν. Κάτι που προκάλεσε πρόβλημα στην οικογενειακή τους ζωή, αφού είναι και οι δύο παντρεμένοι. Παρ’ολ’αυτά κράτησαν όσο μπορούσαν στενές συνεργατικές σχέσεις. «Βλεπόμαστε πολύ συχνά, αρκετές φορές την εβδομάδα. Μένουμε πλέον σε δύο διαφορετικές πόλεις. Liege και Dessel. Κι αυτό πάλι λόγω των συζύγων μας.»Στα γυρίσματα, η δουλειά διαμοιράζεται. Αν ο ένας ασχοληθεί με τον διευθυντή φωτογραφίας ο άλλος θα ασχοληθεί με τους ηθοποιούς. Και μετά αλλάζουν τους σκηνοθετικούς ρόλους.

dardennes2
Χαρακτήρες του περιθωρίου και της εργατικής τάξης, κάμερα στο χέρι, συναίσθημα χωρίς μελόδραμα, ήχοι πέρα από το διάλογο «ο ήχος των κινούμενων σωμάτων, οι ανάσες των χαρακτήρων, αυτή είναι η μουσική μας». Στους ήχους και τις εικόνες των δρόμων της Seraing μας ταξιδεύουν σταθερά οι αδελφοί Νταρντέν που στο δρόμο προς την οθόνη ο θεατής «βρίσκει το δικό του δρόμο κι όχι απαραίτητα το δικό μας.» Κι εδώ όμως μας κλείνουν το μάτι πως αν το κοινό δεν έρθει «πρέπει να έχεις υπομονή και πίστη σ’αυτό που νιώθεις και σ’αυτό που σκέφτεσαι… αυτό που νομίζεις σωστό για σένα και συνεχίζεις να δουλεύεις.» Αναμένουμε με ανυπομονησία τη συνέχεια, τα βήματα των ηρώων τους μέσα από τα δικά τους σκηνοθετικά αδερφικά βήματά που προχωράνε στον ίδιο ρυθμό και μας συντροφεύουν.

 Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥΣ ΤΑΙΝΙΑ( ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ) ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Ελίνα Τραιφόρου

H Ελίνα Τραϊφόρου σπούδασε κινηματογράφο στο Reading της Αγγλίας και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στο σενάριο και τη σκηνοθεσία στο Sheffield. Δίδαξε θεωρία κινηματογράφου στο Ash in Art και έχει γυρίσει ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους, κυρίως ντοκιμαντέρ. Έχει εντρυφήσει στο πολωνικό σινεμά και ιδιαίτερα στη φιλμογραφία του Κριστόφ Κισλόφσκι. Έχει εκδώσει επίσης διάφορες ποιητικές συλλογές.