Χου Χσιάο Χσιέν

hou3

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Σωστός γλωσσοδέτης, μα θα ήταν ψέμα να ισχυριστούμε πως είναι το πιο περίπλοκο όνομα στο Ασιατικό σινεμά, από τη στιγμή που οι γραφιάδες του εξωτερικού βρήκαν τη λύση. Ο άνθρωπος με τα τρία «H».

Ο περί ου ο λόγος Χου Χσιάο Χσιέν(Hou Hsiao-Hsien) κατάφερε από το 1994 μέχρι το 1996… το ασύλληπτο. Να κάνει τον μέγα Ιάπωνα Ακίρα Κουροσάβα, τέσσερα χρόνια πριν αφήσει τον κόσμο τούτο, να εκθειάσει τη φιλμογραφία του. Επίσης, τον νεαρό –τότε- και σήμερα φημισμένο Ολιβιέ Ασαγιάς, να γυρίσει για την αφεντιά του το πρώτο γαλλικό τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ εξολοκλήρου πάνω σε σκηνοθέτη της μεγαλύτερης ήπειρο και παράλληλα, τον πρώτο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας με τα τρία ονόματα (Ταϊβάν ή Φορμόζα ή Δημοκρατία της Κίνας) τον Λι Τεν Χουί, να ανακηρύξει αυτόν( αντί του Ανγκ Λι) «Πρέσβη επί τιμή», για την ανάδειξη ανά την υφήλιο του Ταϊβανέζικου πολιτισμού. Μελάνι έχει χυθεί για το έργο του, σε δεκάδες ακαδημαϊκές εργασίες και πανεπιστημιακές διατριβές, στις κορυφαίες σχολές κινηματογράφου των Η.Π.Α και της Ευρώπης, όσο περίπου και για τους διάσημους Ασιάτες σκηνοθέτες Γιασουτζίρο Όζου, Σατιαζίτ Ρέι, Αμπάς Κιαροστάμι και Γουόνγκ Καρ Γουάι.

houakiraΜε τον Ακίρα Κουροσάβα

Γιατί άραγε τα βλέμματα έπεσαν πάνω του; Τι καινοτόμο είχαν για την εποχή τους οι πολυβραβευμένες πια ταινίες του;
Ο 68χρόνος τώρα Χου Χσιάο Χσιέν μπορούμε να ισχυριστούμε πως πέτυχε να μεταπηδήσει, από τον ασιατικό εμπορικό κινηματογράφο (γυρίζοντας στα πρώτα του βήματα συνήθως μελοδραματικές ταινίες, όπως ήταν το « Χαριτωμένο Κορίτσι» το 1980 και ο « Χαρούμενος Άνεμος» το 1981), στο αποκαλούμενο σινεμά του δημιουργού -πράγμα δύσκολο και σπάνιο- , διχάζοντας τους αιθουσάρχες, διανομείς και κριτικούς, κάποιοι τον επιβράβευσαν, οι περισσότεροι όμως τον έστησαν στον τοίχο και τον χαρακτήρισαν αποστάτη. Η ταινία του « Ο Άνθρωπος Σάντουιτς» του 1983, σαρκάζει τον νεοφερμένο καταναλωτισμό και σατιρίζει ταυτόχρονα τον τρόπο που λειτουργεί η βιομηχανία του κινηματογράφου στη Ταϊβάν.

Η μεταστροφή αυτή στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δεν έγινε εν μια νυκτί, συνδυάστηκε με την επιστροφή του Αμερικανοσπουδασμένου σκηνοθέτη Έντουαρντ Γιανγκ και με συνοδοιπόρους τρεις ακόμα νεαρούς δημιουργούς, προχώρησαν σε μια άτυπη επανάσταση, φτιάχνοντας το Νέο Ρεύμα του Ταϊβανέζικου Σινεμά το 1982, στηριζόμενο τα πρώτα χρόνια, σε προσαρμογή κειμένων επιφανών λογοτεχνών.
Ο Χου Χσιάο Χσιέν συν τω χρόνω, άφησε πίσω τον Έντουαρντ Γιανγκ και με τις πέντε απανωτές ταινίες του , έγινε ο πρύτανης του αχαρτογράφητου κινηματογράφου της πατρίδας του, κερδίζοντας τα πρώτα του βραβεία στα Φεστιβάλ Λοκάρνο και Βερολίνου.

phpX6u3gFΑπό αριστέρα ο Γου Νιέν Τσεν, ο Χου Χσιάο-Χσιέν, ο Έντουαρντ Γιανγκ, ο Τσεν Kου-Φου και ο Ζιαν Χονγκτζί

Το έργο του, το 1985 με τίτλο «Μια εποχή να ζήσεις και μια εποχή για να πεθάνεις» πρώτον, δεν ήταν μόνο ένα αυτοβιογραφικό οδοιπορικό κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, που συνέπεσαν με τη βία, τη καταστολή και τις δολοφονίες του 1947.
Σκάλισε και ερέθισε την ιστορική μνήμη των συμπατριωτών του και αποσαφήνισε τα ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά του μαρτυρικού Ταϊβανέζικου λαού, που κατακτήθηκε από την Ιαπωνία, αργότερα από την Κίνα, βρέθηκε στο χείλος εμφύλιων πολέμων, έχοντας αυταρχικές ηγεσίες μέχρι το 1987.

Δεύτερον, ένωσε το παρελθόν με το παρόν, δίνοντας έμφαση στην αξία της αγροτικής ζωής, αμφισβήτησε τη δυτικότροπη, σύγχρονη αστικοποιημένη μα φτωχοποιημένη Ταϊβάν , βλέποντας να αλλοιώνονται και οι ανθρώπινες ηθικές αξίες (Τα παιδιά από το Fengui του 1983 ).

Τρίτον, το κινηματογραφικό του στιλ έγινε γνωστό στο σινεφίλ κοινό, από τις στατικές λήψεις, τα μακρινά του πλάνα , τις γεμάτες συναισθηματικό βάθος σκηνές, αναμειγνύοντας το ντοκιμαντέρ με τη μυθοπλασία, διατηρώντας ταυτόχρονα στο καστ, ηθοποιούς που μπορούσαν προτού ενσαρκώσουν, να βιώσουν τους ρόλους τους, όπως ήταν η μούσα του τη δεκαετία του ’80 η Λι- Γιν Γιανγκ.
Βασικός του συνεργάτης ήταν ο Διευθυντής Φωτογραφίας Πίνγκ Μπιν Λι, αλλά το πρόσωπο κλειδί, που χωρίς αυτόν -όπως εξομολογείται ο Χου- δεν θα μπορούσαν οι ιδέες να πάρουν σάρκα και οστά, είναι ο σεναριογράφος Τσάνγκ-Γουέν Λιν.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Χου Χσιάο Χσιέν ήταν η ταινία « Η Πόλη της Θλίψης» του 1989, χρησιμοποιώντας στο αφήγημα του μια οικογένεια, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της «Λευκής Τρομοκρατίας» και στα δίκτυα της αυταρχικής κυβέρνησης Κουόμινταγκ, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας και δικαίως χαρακτηρίστηκε ως μία από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.

Ακολούθησαν σαν μια άτυπη τριλογία, οι ταινίες ο «Μάστορας του Κουκλοθέατρου» ( Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Καννών 1993) και το έργο « Καλοί Άντρες, Καλύτερες Γυναίκες» δύο χρόνια αργότερα, καλύπτοντας θεματολογικά μια περίοδο 100 χρόνων, με τη Ταϊβάν να βρίσκεται σε καθεστώς αποικίας.

Μετέπειτα σταθμοί της σταδιοδρομίας του ήταν οι ταινίες « Τα Λουλούδια της Σαγκάης» του 1998 και το ρομαντικό δράμα « Τρεις Φορές» του 2005.

 Βιογραφικό

Γεννήθηκε στο Μέι Κάντρι της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ το 1947, από μια οικογένεια της φυλής Χάκκα και μετανάστευσαν στην νότια Ταϊβάν το 1949, ενώ Χου ήταν ακόμα βρέφος.
Στο δημοτικό γνώρισε το παιδικό θέατρο, ενώ η πρώτη επαφή με τη μεγάλη οθόνη έγινε στα μαθητικά του χρόνια, πηγαίνοντας σινεμά, γιατί δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Η οικογένεια του δεν είχε χρήματα για να του εξασφαλίσει ούτε ένα εισιτήριο κι ο Χου πήδαγε φράχτες, χρησιμοποιούσε πεταμένα εισιτήρια, για να διεισδύσει στο μαγικό κόσμο της 7ης τέχνης.
Αργότερα φοίτησε στο Εθνικό Κολέγιο των Τεχνών της Ταϊβάν, από όπου αποφοίτησε το 1972.Εργάστηκε ως πωλητής αριθμομηχανών μέχρι να γίνει βοηθός σκηνοθέτης του Χσινγκ Λι το 1973 στη ταινία «The Heart with Million Knots».

Η τελευταία του ταινία με τίτλο « Η Σιωπηλή Δολοφόνος» που του εξασφάλισε το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών, ανοίγει στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 31/12

 

 

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Ιάκωβος Γωγάκης