” Η Αποπλάνηση” του Ντον Σίγκελ είναι ένα τέλειο ψυχολογικό θρίλερ και της Σοφία Κόπολα ένα συγκαταβατικό φρεσκάρισμα

beguiled4

Κριτική ανάλυση Ιάκωβος Γωγάκης

Όλως τυχαίως ένας άντρας βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθος  αδέσμευτων γυναικών…και χάνει την μπάλα. Η μία του προκαλεί συναισθηματική διέγερση έτσι ώστε να επιθυμεί να συνάψει σχέση μαζί της, η  ώριμη και εξουσιαστική προσωπικότητα της δεύτερης,  εξίσου τον προκαλεί -να παίξει μαζί της-, ενώ τη σεξουαλική επιθυμία θα του την πυροδοτήσει μία άνευ αναστολών τρίτη. Οι ώρες και οι μέρες του πολλαπλού φλερτ, αναζωογονούν τον «κυνηγό», μέχρι τη στιγμή της επόμενης του κίνησης και της αποκάλυψης της αλήθειας. Ο πληγωμένος εγωισμός των γυναικών-εκτός από ένα και μόνο πρόσωπο-, μετουσιώνεται σε θυμό, σε οργή και εκδίκηση, για το πονηρό και «άθλιο» αρσενικό.

Είναι όντως ανήθική αυτή η συμπεριφορά;

Να τον στείλουμε στο πυρ το εξώτερον;

Εμείς στοιχιζόμαστε με τον «ντεμοντέ» Φρόυντ( τη θεωρία του υιοθέτησε στην  περί ης ο λόγος ταινία του 1971 « The Beguiled » και ο κορυφαίος κινηματογραφιστής Ντον Σίγκελ), όπου οι άνθρωποι επηρεάζονται από τα εξωτερικά ερεθίσματα και  αποζητούν την ηδονή, ανεξάρτητα από τις συνέπειες των πράξεων τους. Οι  επτά γυναικείοι χαρακτήρες του έργου τροφοδοτούν την μοναδική πρωταγωνιστική ανδρική παρουσία και συνεισφέρουν στην κινηματογραφική απόδειξη  της ψυχαναλυτικής θεωρίας, όπως επί παραδείγματι, είναι τα σημάδια της  πρώιμης σεξουαλικότητας( έτσι είναι ο χαρακτήρας της ανήλικης Έιμι)  ακόμα και το γεγονός, πως  μια  γυναίκα γεμάτη αρετές, μπορεί να μην γίνει για τον άντρα το απόλυτο αντικείμενο του πόθου του(αυτό θα πάθει η  Εντουίνα).

Η οπτική του Ντον Σίγκελ ( στηριζόμενος στο μυθιστόρημα του Τόμας Καλλιναν ) δεν απενοχοποιεί πλήρως  την πανούργα τακτική του ανδρικού φύλου , χρησιμοποιώντας αθώα ψέματα για  να τα έχει όλα δικά του( ή καλύτερα όλες δικές του), ενώ οι γυναίκες είναι έτοιμες να παραδοθούν στη γοητεία της αποπλάνησης,  πιστεύοντας πως κέρδισαν τη μάχη του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Βέβαια, όταν νιώσουν την περιφρόνηση, την απόρριψη, επέρχεται η απομυθοποίηση και κατά τον Μολιέρο «Η γυναίκα είναι πάντα έτοιμη για την εκδίκηση της».

Το κοινό, στην  ταινία του 1971 συμπάσχει με τον  τραυματισμένο σε όλο του το κορμί,  ημί-παράλυτο και εμφανώς ταλαιπωρημένο νεοϋορκέζο στρατιώτη των Βορείων Τζον Μακμπέρνυ (Κλιντ Ίστγουντ ), κυνηγημένος από τους Νότιους, δίδοντας του ελαφρυντικά για τον τρόπο που ξελογιάζει και ταυτόχρονα ενδίδει σε μερικές από τις οικοτρόφους του σχολείου θηλέων στον αμερικανικό νότο, οι οποίες μυστικά τον περιθάλπουν,  μεσούσης του εμφυλίου.

Είναι αδύνατο να μην τον λυπηθείς, ως εκ τούτο,  η σκληρότητα των  αντίποινων, θα μπορούσε( όπως και έγινε) να στοχοποιήσει  τον σκηνοθέτη Ντον Σίγκελ, φτάνοντας στο σημείο κάποιοι κριτικοί να τον πουν και μισογύνη. Ένας χαρακτηρισμός –θα λέγαμε- επιπόλαιος καθότι οι επικριτές του, στάθηκαν στο αποτέλεσμα και αγνόησαν τα κίνητρα της ταινίας και τις έμμεσες παραπομπές της, στα πονήματα του Ζίγκμουντ Φρόυντ, για την ανάπτυξη  του ανδρικού υπέρ Εγώ…στο έπακρον,  ενώ των γυναικών,  παραμένει εσαεί-κατά τον πατέρα της ψυχανάλυσης- καταπιεσμένο. Επίσης και τους υπαινιγμούς του στο έργο, για τραυματικά βιώματα των ηρωίδων. Ακόμα και το φιλί( ναι στην ταινία του ‘71 ο ήρωας μας τις έχει  φιλήσει σχεδόν όλες) για τον αυστριακό ψυχαναλυτή, έχει την εξήγησή του, αντίθετα η πιο αποστασιοποιημένη  Κόπολα,  τώρα το αποφεύγει.

Είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, το να προσπαθήσει μία κινηματογραφική ομάδα, να αποκωδικοποιήσει και να ενσωματώσει, σε ένα έργο τύπου ουέστερν, όρους υψηλής ψυχανάλυσης για την πάλη των δύο φύλων, είναι πρόκληση. Ο Ντον Σίγκελ δεν αντεπεξήλθε μόνο των προκλήσεων, το αποτέλεσμά του μας κάνει να μιλάμε για μια υποδειγματική ταινία,, έτη φωτός μακριά  από την εποχή της, αποφεύγει να τα δώσει  όλα στο πιάτο, αφήνει το θεατή μόνο του να κάνει τους συσχετισμούς.

Αντίθετα, η Σοφία Κόπολα, στη φρέσκια δικιά της εκδοχή ( η οποία θα προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους από την Πέμπτη 6 Ιουλίου), επεξηγεί σχεδόν τα πάντα(άνευ λόγου και αιτίας), ακόμα και το σταθερό καδράρισμα πάνω στα κάγκελα του οικοτροφείου, μας υπενθυμίζει πως εκεί μέσα, είναι  φυλακή. Δεν αφαιρεί αλλά περιορίζει τις φροϋδικές προεκτάσεις και τσαλακώνει το προφίλ του « στρατιώτη» Τζον Μακμπέρνυ( Κόλιν Φάρελ), όταν περιθάλπεται από τις γυναίκες με μπαταρισμένο πόδι. Δεν φέρει ούτε μια γρατζουνιά, μέχρι και το μαλλί του μοιάζει να είναι  του κουρείου, διαθέτει μια παιχνιδιάρικη κυνικότητα, παρασύροντας σε αυτό το παιχνίδι και την διευθύντρια(  Νικόλ Κίντμαν). Η Κόπολα με τη συγκεκριμένη στάση, δεν σατιρίζει, ούτε  σπείρει αμφιβολίες για το ποιος ή ποιες φέρουν την «ευθύνη» (όπως έπραξε ο Σίγκελ), βρίσκει επιχειρήματα για  να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα.

Η ατμόσφαιρα στην πρώτη ταινία θυμίζει τρόμο του Χίτσκοκ, στηρίζεται στις σκιές, στο σκοτάδι, στο φως των κεριών και επενδύει στην αγχωτική κατάσταση των ηρώων, όπως και  στις φωνές της 12 χρόνης Είμι( Μις Μάρθα, Μις Μάρθα). Στην βερσιόν του 2017, διατηρείται το σκηνικό με τα κεριά, αλλά αμβλύνεται ο τρόμος, δομώντας με μεγαλύτερη  ευκρίνεια απ’ότι στην ταινία του ’71 τους χαρακτήρες,  αναδεικνύοντας έτσι την κάθε προσωπικότητα ξεχωριστά. Εντούτοις, το τρίγωνο Τζέραλντιν Πέιτζ, Κλιντ Ίστγουντ, Ελίζαμπεθ Χάρτμαν «χειραγωγεί» τον θεατή, με άπειρα υποκριτικά στοιχεία, δίχως ίχνος έπαρσης και εγωκεντρισμού, παρότι ήταν καταξιωμένοι αστέρες της εποχής. Στο σήμερα, η Νικόλ Κίντμαν  και ο Κόλιν Φάρελ, αντιμετωπίζουν τους ρόλους του από θέση ισχύος, σαν σταρ του σινεμά, αναδύουν κάπως εγωιστικές και ναρκισσιστικές προσωπικότητες, μολονότι η Κίντμαν με το βλέμμα και τη στάση του σώματος, βρίσκεται πιο κοντά στο ρόλο. Ξεχωρίζει η Ελ Φάνινγκ ως γυναίκα-πειρασμός, ενώ η Κίρστεν Ντανστ με τον εσκεμμένο μελοδραματισμό της, ακυρώνει τη δυναμική της παρουσία.

Ο εμβληματικός Ντον Σίγκελ συνεργάστηκε πέντε φορές με τον Κλιντ Ίστγουντ. Ο « Επιθεωρητής Κάλαχαν»,  θεωρείται η μεγαλύτερη εμπορική τους επιτυχία. « Η Αποπλάνηση», αν και γυρίστηκε την ίδια χρονιά με την προαναφερθείσα ταινία,  δεν εκτιμήθηκε δεόντως από την κινηματογραφική βιομηχανία και η εταιρία  παραγωγής Universal φέρει ευθύνη για αυτό. Η ταινία αφέθηκε στη μοίρα της, ενώ η αξία της είναι ανεκτίμητη.

Η Σοφία Κόπολα ακολούθησε αναίμακτα μονοπάτια και η  προσωπική της σφραγίδα δεν αλλοίωσε το φοβερό σενάριο, από την άλλη δεν το ανέδειξε και στην ολότητά του, όπως γυρίστηκε 46 χρόνια πριν.

” Η Αποπλάνηση” του 2017 από την Πέμπτη 6 Ιουλίου στους κινηματογράφους

VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0.0/5 (0 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 0 votes)

About the Author

Ιάκωβος Γωγάκης